| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.632.924 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προεργασία |
0,03 sec. |
|
προεργασία ουσ θ προεργασία [proerɣa'sia] προετοιμασία travail préparatoire Η προεργασία είναι απαραίτητη. Les travaux préparatoires sont indispensables. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|