| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.751.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προετοιμάζω |
0,01 sec. |
|
|
προετοιμάζω prepare preparar preparar إعداد preparare préparer 准备 準備 připravit forberede 준비 förbereda
ρ μετβ προετοιμάζω [proeti'mazo] ρ μεσοπαθ προετοιμάζομαι [proeti'mazome] se préparer προετοιμάζομαι για τις εξετάσεις se préparer pour les examens Προετοιμάσου, αρχίζουν τα δύσκολα! Prépare-toi, les difficultés commencent ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|