| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.115.119 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προετοιμασία |
0,02 sec. |
|
προετοιμασία preparation, conditioning إعداد příprava forberedelse Vorbereitung preparación valmistelu préparation priprema preparazione 準備 준비 voorbereiding forberedelse przygotowanie preparação подготовка föreberedelse การตระเตรียม hazırlık sự chuẩn bị 准备 ουσ θ προετοιμασία [proetima'sia] 1 η ετοιμασία από πριν préparation η προετοιμασία του φαγητού la préparation du repas 2 προπόνηση entraînement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|