| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.813.735 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προηγμένος |
0,04 sec. |
|
προηγμένος επίθ α / θ / ουδ προηγμένος, προηγμένη, προηγμένο [proiɣ'menos, proiɣ'meni, proiɣ'meno] εξελιγμένος avancé/-éede pointe προηγμένη τεχνολογία une technologie de pointe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|