| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.679.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προηγούμενος |
0,02 sec. |
|
προηγούμενος previous, precedent, antecedent, preceding سالِف předchozí forudgående vorhergehend precedente edeltävä précédent prethodni precedente 前の 선행하는 voorafgaand forrige poprzedzający precedente предшествующий föregående เป็นอันดับแรก önceki trước 在前的 επίθ α / θ / ουδ προηγούμενος, προηγούμενη, προηγούμενο [proi'ɣumenos, proi'ɣumeni, proi'ɣumeno] περασμένος précédent/-entepassé/-ée την προηγούμενη εβδομάδα la semaine précédente επίρρ προηγουμένως [proiɣu'menos] πριν avant de/que Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|