| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.200.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προθέρμανση |
0,01 sec. |
|
προθέρμανση ουσ θ προθέρμανση [pro'θermansi] ζέσταμα πριν από άθλημα échauffement Πριν την άσκηση κάνουμε υποχρεωτικά προθέρμανση. Avant l'entraînement l'échauffement est obligatoire. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|