| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.756.288 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προθέρμανση |
0,01 sec. |
|
|
προθέρμανση 预热 預熱
ουσ θ προθέρμανση [pro'θermansi] ζέσταμα πριν από άθλημα échauffement Πριν την άσκηση κάνουμε υποχρεωτικά προθέρμανση. Avant l'entraînement l'échauffement est obligatoire. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|