| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.758.125 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προκαταβολικά |
0,03 sec. |
|
|
προκαταβολικά in advance, beforehand par avance, précédemment مقدماً předem på forhånd vorher con antelación etukäteen prije nego in anticipo あらかじめ 미리 van tevoren på forhånd przedtem antecipadamente заранее i förväg ล่วงหน้า daha önceden sớm hơn 预先 предварително מראש
επίρρ προκαταβολικά [prokatavoli'ka] από πριν d'avancepar anticipation πληρώνω προκαταβολικά payer d'avance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|