| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.758.529 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προκατειλημμένος |
0,01 sec. |
|
|
προκατειλημμένος biased, prejudiced, preoccupied partial متحامل, متحيز předpojatý fordomsfuld, forudindtaget voreingenommen predispuesto, tendencioso, sesgado ennakkoluuloinen, puolueellinen pristran parziale, prevenuto 偏った, 偏見をもった 편견을 가진 bevooroordeeld ensidig, forutinntatt stronniczy, uprzedzony preconceituoso, tendencioso необъективный, предвзятый fördomsfull, jävig ซึ่งลำเอียง, มีอคติ önyargılı, yanlı bị định kiến, thiên vị 怀偏见的, 有偏见的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|