| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.967.736 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προκλητικός |
0,02 sec. |
|
προκλητικός provocative, challenging provocateur, ambitieux صعب náročný udfordrende herausfordernd desafiante haastava izazovan stimolante 挑戦的な 도전적인 uitdagend utfordrende ambitny desafiante побуждающий svår ที่ท้าทาย zorlayıcı đầy thách thức 有挑战性的 επίθ α / θ / ουδ προκλητικός, προκλητική, προκλητικό [prokliti'kos, prokliti'ci, prokliti'ko] 1 που προκαλεί provocateur/-tricede provocation προκλητική αντίδραση une réaction provocatrice προκλητική πράξη un acte de provocation 2 τολμηρός risqué/-ée προκλητικό ντύσιμο un habillement provocant επίρρ προκλητικά [prokliti'ka] 1 τολμηρά audacieusementhardiment κοιτάζω προκλητικά κπ regarder qqn d'une manière provocante 2 με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει ένταση de façon provocatrice μιλάω προκλητικά parler de façon provocatrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|