| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.264.980 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προλαμβάνω |
0,02 sec. |
|
προλαμβάνω anticipate, prevent προλαμβάνω يمنع προλαμβάνω zabránit προλαμβάνω forhindre προλαμβάνω verhindern προλαμβάνω impedir προλαμβάνω estää προλαμβάνω spriječiti προλαμβάνω impedire προλαμβάνω 防ぐ προλαμβάνω 예방하다 προλαμβάνω voorkomen προλαμβάνω hindre προλαμβάνω zapobiec προλαμβάνω prevenir προλαμβάνω предотвращать προλαμβάνω förhindra προλαμβάνω ป้องกัน προλαμβάνω önlemek προλαμβάνω ngăn ngừa προλαμβάνω 预防 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|