| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.467.467 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προληπτικός |
0,01 sec. |
|
προληπτικός preventive, superstitious, precautionary préventif, superstitieux خرافي pověrčivý overtroisk abergläubisch supersticioso taikauskoinen praznovjeran superstizioso 迷信的な 미신적인 bijgelovig overtroisk przesądny supersticioso суеверный vidskeplig ซึ่งเชื่อโชคลาง batıl inançları olan mê tín 迷信的 επίθ α / θ / ουδ προληπτικός, προληπτική, προληπτικό [prolipti'kos, prolipti'ci, prolipti'ko] 2 που πιστεύει σε προλήψεις superstitieux/-euse Δεν είμαι καθόλου προληπτικός. Je ne suis pas du tout superstitieux. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|