| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.764.032 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προληπτικός |
0,01 sec. |
|
|
προληπτικός preventive, superstitious, precautionary préventif, superstitieux خرافي pověrčivý overtroisk abergläubisch supersticioso taikauskoinen praznovjeran superstizioso 迷信的な 미신적인 bijgelovig overtroisk przesądny supersticioso суеверный vidskeplig ซึ่งเชื่อโชคลาง batıl inançları olan mê tín 迷信的, 预防 預防
επίθ α / θ / ουδ προληπτικός, προληπτική, προληπτικό [prolipti'kos, prolipti'ci, prolipti'ko] 2 που πιστεύει σε προλήψεις superstitieux/-euse Δεν είμαι καθόλου προληπτικός. Je ne suis pas du tout superstitieux. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|