| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.827.411 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προμήθεια |
0,03 sec. |
|
προμήθεια provision, supply ουσ θ προμήθεια [pro'miθia] 1 εφόδιο approvisionnement πολεμικές προμήθειες un approvisionnement militaire 2 αμοιβή ενδιάμεσου προσώπου commission παίρνω προμήθεια πάνω σε αγορά prendre/percevoir une commission sur un achat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|