| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.765.575 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προνοητικότητα |
0,01 sec. |
|
|
προνοητικότητα foresight prospective الاستبصار Foresight 远见 遠見 fremsyn
ουσ θ προνοητικότητα [pronoiti'kotita] η ιδιότητα του προνοητικού ανθρώπου prévoyance; anticipation δείχνω προνοητικότητα faire preuve de prévoyanceanticiper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|