| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.719.062 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προνομιούχος |
0,02 sec. |
|
προνομιούχος privileged επίθ α / θ / ουδ προνομιούχος, προνομιούχα, προνομιούχο [pronomi'uxos, pronomi'uxa, pronomi'uxo] 1 που έχει προνόμια privilégié/-ée Είναι προνομιούχος. C'est un privilégié. προνομιούχες κοινωνικές τάξεις £££des classes sociales privilégiées 2 που παρέχει προνόμια privilégié έχω προνομιούχα θέση avoir un statut privilégié Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|