| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.998.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προνόμιο |
0,01 sec. |
|
προνόμιο prerogative, privilege, franchise privilegio امتياز privilegium privilegium Privileg privilegio etuoikeus privilège privilegija privilegio 特権 특권 privilege privilegium przywilej privilégio привилегия privilegium อภิสิทธิ์ ayrıcalık đặc ân 特权 ουσ ουδ προνόμιο [pro'nomio] πλεονέκτημα privilège κατακτώ προνόμια obtenir des privilèges παρέχω προνόμια accorder des privilèges Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|