| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.766.998 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προοδευτικός |
0,03 sec. |
|
|
προοδευτικός progressive progressif, progressiste progressive progressiva постепенното progressivo 进步 進步 progresivní プログレッシブ 진보
επίθ α / θ / ουδ προοδευτικός, προοδευτική, προοδευτικό [prooðefti'kos, prooðefti'ci, prooðefti'ko] 1 που δεν είναι συντηρητικός progressiste έχω προοδευτικές ιδέες avoir des idées progressistes 2 βαθμιαίος progressif/-ive προοδευτική άνοδος της θερμοκρασίας une montée progressive de la température Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|