| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.834.599 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προπονώ |
0,02 sec. |
|
|
προπονώ train, coach يُدرِب vycvičit træne ausbilden entrenar kouluttaa former obučavati addestrare 訓練する (...을) 훈련시키다 trainen lære opp wyszkolić treinar тренировать utbilda อบรม eğitmek huấn luyện 训练
ρ μετβ προπονώ [propo'no] προετοιμάζω αθλητές entraîner ρ αμετβ προπονούμαι [propo'nume] κάνω προετοιμασία για αγώνα s'entraîner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|