| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.756.963.178 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προς |
0,02 sec. |
|
προς til, hen imod towards, to, toward vers, pour til, i retning av إلى, تجاه do, k auf … zu, zu a, hacia kohti prema a, verso ・・・に, ・・・の方へ …으로, …을 향하여 in de richting van, naar do, w kierunku em direção a, em direcção a, para к, по направлению к mot, till ไปถึง, ไปทาง doğru, oraya, orada tới, về phía 到, 朝向 πρόθ προς [pros] 1 δηλώνει κατεύθυνση vers Πάω προς τα πάνω. Je vais vers le haut. 2 δηλώνει αόριστα θέση σε σχέση με κτ άλλο du côté de προς το παρόν μέχρι τώρα pour l'instant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|