| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.836.392 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσέχω |
0,01 sec. |
|
|
προσέχω notice, watch, care глядеть
ρ μετβ προσέχω [pro'sexo] 2 φυλάω, παρακολουθώ surveiller προσέχω το μωρό surveiller le bébé προσέχω το φαγητό surveiller la cuisson 4 είμαι προσεκτικός faire attentionfaire gaffe 5 φροντίζω soigner προσέχω το ντύσιμό μου soigner sa façon de s'habiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|