Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.669.685 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προσέχω

0,02 sec.
προσέχω notice, watch, care глядеть
ρ μετβ προσέχω [pro'sexo]
1 συγκεντρώνομαι σε αυτό που κάνω être attentif/-ive
προσέχω στο μάθημα être attentif en classe
2 φυλάω, παρακολουθώ surveiller
προσέχω το μωρό surveiller le bébé
προσέχω το φαγητό surveiller la cuisson
3 παρατηρώ remarquer
Πρόσεξες τι έκανε; Tu as remarqué ce qu'il a fait ?£££
4 είμαι προσεκτικός faire attentionfaire gaffe
Πρόσεξε τι θα πεις! Fais attention à ce que tu vas dire !
Πρόσεξε μην πέσεις! Fais gaffe, tu vas tomber !
Πρόσεξε τα αυτοκίνητα! Attention aux voitures !
5 φροντίζω soigner
προσέχω το ντύσιμό μου soigner sa façon de s'habiller


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.