| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.836.587 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσήλωση |
0,01 sec. |
|
|
προσήλωση application, assiduity, dedication impegno engagement compromiso compromisso závazek åtagande
ουσ θ προσήλωση [pro'silosi] 1 η συγκέντρωση σε ένα σημείο concentration προσήλωση σε ένα σημείο la concentration sur/en un point 2 η αφοσίωση dévouement ακούω κπ με προσήλωση écouter qqn attentivement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|