| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.836.785 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσανατολίζω |
0,01 sec. |
|
|
προσανατολίζω orient, orientate
ρ μετβ προσανατολίζω [prosanato'lizo] ρ μεσοπαθ προσανατολίζομαι [prosanato'lizome] 1 βρίσκω τον προσανατολισμό μου s'orienter 2 στρέφομαι s'orienterse diriger Προσανατολίζομαι προς τις φυσικές επιστήμες. Je m'oriente vers les sciences naturelles. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|