| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.837.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσαρμογή |
0,01 sec. |
|
|
προσαρμογή adaptation, adjustment adaptation, ajustement ضَبْط úprava justering Anpassung ajuste säätö prilagođenje regolazione 調整 조정 aanpassing justering skorygowanie ajuste регулирование justering การปรับเปลี่ยน ayarlama sự điều chỉnh 调节
ουσ θ προσαρμογή [prosarmo'ʝi] η εξοικείωση adaptation η προσαρμογή στο σχολείο l'adaptation à l'école Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|