| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.399.933 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσαρμογή |
0,01 sec. |
|
προσαρμογή adaptation, adjustment adaptation, ajustement ضَبْط úprava justering Anpassung ajuste säätö prilagođenje regolazione 調整 조정 aanpassing justering skorygowanie ajuste регулирование justering การปรับเปลี่ยน ayarlama sự điều chỉnh 调节 ουσ θ προσαρμογή [prosarmo'ʝi] η εξοικείωση adaptation η προσαρμογή στο σχολείο l'adaptation à l'école Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|