| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.837.346 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσαρμοστικότητα |
0,01 sec. |
|
|
προσαρμοστικότητα adaptabilidade Anpassungsfähigkeit adaptability 适应性 適應性 přizpůsobivost tilpasningsevne 適応性 적응성 anpassningsförmåga
ουσ θ προσαρμοστικότητα [prosarmosti'kotita] η ιδιότητα του προσαρμοστικού ανθρώπου adaptabilité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|