Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.837.556 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προσαρμόζομαι

0,01 sec.
προσαρμόζομαι s'adapter, s’adapter
προσαρμόζομαι يَتلائَم مع
προσαρμόζομαι najít (si) čas pro
προσαρμόζομαι passe ind
προσαρμόζομαι passen
προσαρμόζομαι fit in
προσαρμόζομαι caber
προσαρμόζομαι mahduttaa
προσαρμόζομαι uklopiti se
προσαρμόζομαι trovarsi bene
προσαρμόζομαι 組み込む
προσαρμόζομαι 들어맞다
προσαρμόζομαι aanpassen aan (zich)
προσαρμόζομαι passe inn
προσαρμόζομαι wstawić
προσαρμόζομαι encaixar
προσαρμόζομαι приспосабливаться
προσαρμόζομαι passa in
προσαρμόζομαι บรรจุลงใน
προσαρμόζομαι uymak
προσαρμόζομαι ăn khớp
προσαρμόζομαι 装配好


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.