| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.837.749 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσαρμόζω |
0,01 sec. |
|
|
προσαρμόζω adapt, acculturate, adjust, gear akomodi adapter, ajuster يَتَكَيف, يَضْبِط přizpůsobit justere, tilpasse anpassen adaptar, ajustar sopeutua prilagoditi adattare, regolare 適合させる, 順応する 적응시키다, 조정하다 aanpassen justere, tilpasse dostosować adaptar, ajustar подгонять, приспосабливать(ся) anpassa, justera ปรับตัว ayarlamak, uyarlamak điều chỉnh, thích nghi 改编, 调节
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|