| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.646.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσβάλλω |
0,02 sec. |
|
προσβάλλω ofendi offenser, insulter insult, offend, slight يُهْين urazit fornærme beleidigen insultar loukata uvrijediti offendere 侮辱する 모욕하다 beledigen fornærme obrazić insultar оскорблять förolämpa ดูถูก hakaret etmek lăng mạ 侮辱 ρ μετβ προσβάλλω [pro'zvalo] 2 αμφισβητώ porter atteinte προσβάλλω τα δικαιώματα κάποιου porter atteinte aux droits de qqn ρ αμετβ προσβάλλομαι [pro'zvalome] 1 θίγομαι être vexé/-éeêtre offensé/-ée 2 κολλάω, αρρωσταίνω être atteint/-einte προσβάλλομαι από ιό être atteint d'un/par un virus Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|