| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.359.621 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσβλητικός |
0,01 sec. |
|
προσβλητικός insulting, offensive offensif, vexant مسيء odporný fornærmende widerlich ofensivo vastenmielinen uvredljiv offensivo 嫌な 불쾌하게 하는 offensief offensiv cuchnący ofensivo оскорбительный anstötlig ซึ่งทำให้ขุ่นเคือง saldırgan khó chịu 无礼的 επίθ α / θ / ουδ προσβλητικός, προσβλητική, προσβλητικό [prosvliti'kos, prosvliti'ci, prosvliti'ko] που μπορεί να προσβάλλει κπ vexant/-anteblessant/-ante προσβλητικά λόγια des paroles blessantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|