| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.473.365 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσβολή |
0,01 sec. |
|
προσβολή affront, assault, insult, offence, outrage affront, assaut, insulte, offense إهانة urážka fornærmelse Beleidigung insulto loukkaus uvreda offesa 侮辱 모욕 belediging fornærmelse obraza insulto оскорбление förolämpning การดูถูก hakaret sự lăng mạ 侮辱 ουσ θ προσβολή [prozvo'li] καρδιακή προσβολή απότομη διακοπή λειτουργίας οργάνου une attaque cardiaque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|