Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.291.616 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προσεκτικά

0,02 sec.
προσεκτικά بحذر, بِعناية
προσεκτικά opatrně
προσεκτικά forsigtigt
προσεκτικά vorsichtig
προσεκτικά carefully, cautiously
προσεκτικά con cautela, con cuidado
προσεκτικά varovaisesti, varovasti
προσεκτικά oprezno, pažljivo
προσεκτικά attentamente, cautamente
προσεκτικά 慎重に, 注意深く
προσεκτικά 조심스럽게
προσεκτικά voorzichtig
προσεκτικά varsomt
προσεκτικά ostrożnie
προσεκτικά cautelosamente, cuidadosamente
προσεκτικά försiktigt
προσεκτικά อย่างระมัดระวัง
προσεκτικά dikkatle, özenli bir şekilde
προσεκτικά một cách cẩn thận, một cách thận trọng
προσεκτικά 小心地, 慎重地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.