Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.567.793 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προσεκτικός

0,03 sec.
προσεκτικός attentive, careful, mindful, wary, cautious
προσεκτικός attentif, prudent, soigneux
προσεκτικός حذِر, محترس
προσεκτικός opatrný
προσεκτικός forsigtig
προσεκτικός vorsichtig
προσεκτικός cauteloso, cuidadoso
προσεκτικός varovainen
προσεκτικός oprezan, pažljiv
προσεκτικός attento, prudente
προσεκτικός 慎重な, 注意深い
προσεκτικός 조심스러운, 조심하는
προσεκτικός voorzichtig
προσεκτικός forsiktig, varsom
προσεκτικός ostrożny
προσεκτικός cauteloso, cuidadoso
προσεκτικός försiktig
προσεκτικός ระมัดระวัง
προσεκτικός dikkatli, tedbirli
προσεκτικός cẩn thận, thận trọng
προσεκτικός 小心的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.