| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.808.016 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσιτός |
0,04 sec. |
|
προσιτός erschwinglich, zugänglich accessible, affordable, approachable abordable, accessible επίθ α / θ / ουδ προσιτός, προσιτή, προσιτό [prosi'tos, prosi'ti, prosi'to] 1 που πλησιάζεται εύκολα accessible προσιτή παραλία une plage accessible 2 φιλικός accueillant/-ante προσιτός άνθρωπος une personne accueillante 3 φτηνός abordable προσιτές τιμές des prix abordables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|