| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.856.447 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσκολλώμαι |
0,01 sec. |
|
|
προσκολλώμαι adhere, hold on ينتظر قليلا udržet (se) holde fast i festhalten agarrarse pidellä kiinni patienter držati se aspettare しっかりつかまる 꽉 잡고 있다 volhouden holde fast trzymać się aguentar, agüentar держаться hålla fast ยึดแน่น tutunmak nắm chặt 继续 דבקים
ρ μεσοπαθ προσκολλώμαι [prosko'lome] 2 έχω εμμονή σε κτ s'attacher obstinément προσκολλώμαι σε μια ιδέα s'attacher obstinément à une idée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|