| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.856.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσκρούω |
0,01 sec. |
|
|
προσκρούω clash, crash
ρ αμετβ προσκρούω [pro'skruo] 1 τρακάρω se heurterentrer en collision 2 βρίσκω εμπόδιο se heurter προσκρούω στα συμφέροντα κάποιου se heurter aux intérêts de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|