| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.857.416 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσπάθεια |
0,01 sec. |
|
|
προσπάθεια attempt, bid, effort, try tentative, effort, essai تجربة, جهد pokus, úsilí bestræbelse, forsøg Anstrengung, Versuch esfuerzo, tentativa vaivannäkö, yritys napor, pokušaj prova, sforzo 努力 노력 inspanning, poging anstrengelse, forsøk próba, wysiłek esforço, tentativa попытка, усилие ansträngning, försök ความพยายาม çaba nỗ lực, sự thử 努力, 尝试
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|