| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.316.057 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσποιούμαι |
0,02 sec. |
|
προσποιούμαι feign, pretend يَتظاهر předstírat foregive vorgeben fingir teeskennellä prétendre pretvarati se fingere ふりをする …인 체하다 doen alsof late som stowrzyć pozory fingir притворяться låtsas แกล้ง yapar gibi görünmek giả vờ 假装 ρ μεσοπαθ προσποιούμαι [prospi'ume] υποκρίνομαι faire semblantfeindre προσποιούμαι τον αδιάφορο jouer l'indifférent προσποιούμαι ότι δεν ξέρω τίποτα feindre d'ignorer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|