| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.101.503 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προστατευτικός |
0,01 sec. |
|
προστατευτικός protective επίθ α / θ / ουδ προστατευτικός, προστατευτική, προστατευτικό [prostatefti'kos, prostatefti'ci, prostatefti'ko] 1 που προφυλάσσει protecteur/-tricede protection προστατευτική κρέμα une pommade protectrice 2 στοργικός affectueux/-euse; attentionné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|