| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.868.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προσωπικός |
0,02 sec. |
|
|
προσωπικός facial, personal facial, personnel, privé شخصي osobní personlig persönlich personal henkilökohtainen osoban personale 個人的な 개인의 persoonlijk personlig osobisty pessoal личный personlig ส่วนบุคคล kişisel riêng tư 私人的, 个人 個人 אישי
επίθ α / θ / ουδ προσωπικός, προσωπική, προσωπικό [prosopi'kos, prosopi'ci, prosopi'ko] 1 ιδιωτικός, ατομικός personnel/-elle προσωπική ιστορίαπεριουσία une histoire/une fortune personnelle 2 υποκειμενικός subjectif/-ivepersonnel προσωπική άποψη un point de vue subjectif 3 ιδιαίτερος particulier/-ière προσωπικός τρόπος ομιλίας une façon particulière de parler ουσ ουδ προσωπικό το σύνολο των υπαλλήλων personnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|