| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.027.465 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσωπικός |
0,01 sec. |
|
προσωπικός facial, personal facial, personnel, privé شخصي osobní personlig persönlich personal henkilökohtainen osoban personale 個人的な 개인의 persoonlijk personlig osobisty pessoal личный personlig ส่วนบุคคล kişisel riêng tư 私人的 επίθ α / θ / ουδ προσωπικός, προσωπική, προσωπικό [prosopi'kos, prosopi'ci, prosopi'ko] 1 ιδιωτικός, ατομικός personnel/-elle προσωπική ιστορίαπεριουσία une histoire/une fortune personnelle 2 υποκειμενικός subjectif/-ivepersonnel προσωπική άποψη un point de vue subjectif 3 ιδιαίτερος particulier/-ière προσωπικός τρόπος ομιλίας une façon particulière de parler ουσ ουδ προσωπικό το σύνολο των υπαλλήλων personnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|