| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.854.252 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσωρινός |
0,01 sec. |
|
προσωρινός temporary, provisional, temporary شَرطي, مؤقت dočasný, provizorní midlertidig vorläufig, vorübergehend provisional, temporal tilapäinen, väliaikainen provisoire, temporaire privremen provvisorio, temporaneo 一時の, 暫定的な 임시의, 잠정적인 provisioneel, tijdelijk midlertidig, provisorisk prowizoryczny, tymczasowy provisório, temporário временный, предварительный provisorisk, tillfällig ชั่วคราว, หากสภาวะแวดล้อมอำนวยให้ geçici tạm thời 临时的 επίθ α / θ / ουδ προσωρινός, προσωρινή, προσωρινό [prosori'nos, prosori'ni, prosori'no] ευκαιριακός temporaireprovisoire προσωρινή κατοικία un domicile temporaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|