Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.869.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

προσωρινός υπάλληλος

0,01 sec.
προσωρινός υπάλληλος درجة الحرارة
προσωρινός υπάλληλος pracovník na přechodnou dobu
προσωρινός υπάλληλος vikar
προσωρινός υπάλληλος Aushilfskraft
προσωρινός υπάλληλος temp
προσωρινός υπάλληλος empleado eventual, empleado temporal
προσωρινός υπάλληλος tilapäistyöntekijä
προσωρινός υπάλληλος intérimaire
προσωρινός υπάλληλος honorarni radnik
προσωρινός υπάλληλος lavoratore interinale
προσωρινός υπάλληλος 臨時職員
προσωρινός υπάλληλος 임시 고용
προσωρινός υπάλληλος uitzendkracht
προσωρινός υπάλληλος vikar
προσωρινός υπάλληλος zastępca (tymczasowy)
προσωρινός υπάλληλος trabalhador temporário
προσωρινός υπάλληλος временный работник
προσωρινός υπάλληλος vikarie
προσωρινός υπάλληλος เลขาชั่วคราว
προσωρινός υπάλληλος geçici görevli
προσωρινός υπάλληλος nhân viên tạm thời
προσωρινός υπάλληλος 临时雇员


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.