| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.343.958 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προσωρινός υπάλληλος |
0,01 sec. |
|
προσωρινός υπάλληλος درجة الحرارة προσωρινός υπάλληλος pracovník na přechodnou dobu προσωρινός υπάλληλος vikar προσωρινός υπάλληλος Aushilfskraft προσωρινός υπάλληλος temp προσωρινός υπάλληλος empleado eventual, empleado temporal προσωρινός υπάλληλος tilapäistyöntekijä προσωρινός υπάλληλος intérimaire προσωρινός υπάλληλος honorarni radnik προσωρινός υπάλληλος lavoratore interinale προσωρινός υπάλληλος 臨時職員 προσωρινός υπάλληλος 임시 고용 προσωρινός υπάλληλος uitzendkracht προσωρινός υπάλληλος vikar προσωρινός υπάλληλος zastępca (tymczasowy) προσωρινός υπάλληλος trabalhador temporário προσωρινός υπάλληλος временный работник προσωρινός υπάλληλος vikarie προσωρινός υπάλληλος เลขาชั่วคราว προσωρινός υπάλληλος geçici görevli προσωρινός υπάλληλος nhân viên tạm thời προσωρινός υπάλληλος 临时雇员 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|