| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.875.048 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προτιμότερος |
0,03 sec. |
|
|
προτιμότερος preferível preferable preferible vorzuziehen preferibile préférable voorkeur parempi עדיף 望ましい 바람직
επίθ α / θ / ουδ προτιμότερος, προτιμότερη, προτιμότερο [proti'moteros, proti'moteri, proti'motero] καλύτερος σαν επιλογή préférable προτιμότερη λύση une solution préférable είναι προτιμότερο να είναι καλύτερα να il est préférable de/que Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|