| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.503.725 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προτρεπτικός |
0,01 sec. |
|
προτρεπτικός επίθ α / θ / ουδ προτρεπτικός, προτρεπτική, προτρεπτικό [protrepti'kos, protrepti'ci, protrepti'ko] που προτρέπει encourageant/-ante προτρεπτικά λόγια des paroles encourageantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|