| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.332.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προφανής |
0,01 sec. |
|
προφανής obvious, apparent, evident évident جَلّي zřejmý åbenlys offensichtlich obvio ilmeinen očit evidente 明らかな 분명한 duidelijk åpenbar oczywisty óbvio очевидный uppenbar เห็นได้ชัด açık rõ ràng 明显的 επίθ α/θ / ουδ προφανής, προφανές [profa'nis, profa'nes] επίρρ προφανώς [profa'nos] 1 μάλλον, ίσως apparemmentmanifestement Προφανώς κάτι θα του έτυχε. Apparemment il a eu un empêchement. 2 βέβαια bien entendubien sûr Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|