| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.939.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προφανώς |
0,02 sec. |
|
προφανώς obviously, evidently, apparently προφανώς zřejmě προφανώς åbenbart, tilsyneladende προφανώς anscheinend, offensichtlich προφανώς aparentemente, obviamente προφανώς ilmeisesti, ilmiselvästi προφανώς apparemment, évidemment προφανώς očito, po svemu sudeći προφανώς apparentemente, evidentemente προφανώς 明らかに προφανώς 분명하게, 외관상 προφανώς blijkbaar, klaarblijkelijk προφανώς åpenbart, tilsynelatende προφανώς oczywiście, w rzeczywistości προφανώς aparentemente, obviamente προφανώς очевидно προφανώς självklart, uppenbarligen προφανώς อย่างเห็นได้ชัด, อย่างชัดเจน προφανώς hiển nhiên, một cách hiển nhiên Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|