| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.094.600 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προφυλάσσω |
0,02 sec. |
|
προφυλάσσω shield ρ μετβ προφυλάσσω [profi'laso] 1 προστατεύω καλύπτοντας, κρύβοντας protéger 2 προστατεύω από κίνδυνο protégerpréserver Προφύλαξέ τον από τις κακές παρέες. Préserve-le des mauvaises fréquentations. ρ μεσοπαθ προφυλάσσομαι [profi'lasome] προστατεύομαι se protéger Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|