| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.877.035 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προφυλάσσω |
0,01 sec. |
|
|
προφυλάσσω shield
ρ μετβ προφυλάσσω [profi'laso] 1 προστατεύω καλύπτοντας, κρύβοντας protéger 2 προστατεύω από κίνδυνο protégerpréserver Προφύλαξέ τον από τις κακές παρέες. Préserve-le des mauvaises fréquentations. ρ μεσοπαθ προφυλάσσομαι [profi'lasome] προστατεύομαι se protéger Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|