| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.864.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προφύλαξη |
0,02 sec. |
|
προφύλαξη precaution حيطة preventivní opatření forholdsregel Vorkehrung precaución varotoimi précaution predostrožnost precauzione 用心 예방조치 voorzorgsmaatregel forholdsregel ostrożność precaução предосторожность förebyggande åtgärd การระมัดระวังไว้ก่อน önlem lời cảnh báo 预防 ουσ θ προφύλαξη [pro'filaksi] προστασία protection; précaution Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|