| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.877.771 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
προχωρημένος |
0,01 sec. |
|
|
προχωρημένος advanced, proficient προχωρημένος متقدم προχωρημένος pokročilý προχωρημένος avanceret προχωρημένος fortgeschritten προχωρημένος avanzado προχωρημένος edistynyt προχωρημένος avancé προχωρημένος napredan προχωρημένος avanzato προχωρημένος 進歩した προχωρημένος 앞선 προχωρημένος gevorderd προχωρημένος avansert προχωρημένος zaawansowany προχωρημένος avançado προχωρημένος передовой προχωρημένος avancerad προχωρημένος แนวหน้า προχωρημένος ileri προχωρημένος tiên tiến προχωρημένος 先进的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|