| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.559.270 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προϊστορικός |
0,02 sec. |
|
προϊστορικός préhistorique prehistoric, primeval, primordial متعلق بما قبل التاريخ pravěký forhistorisk prähistorisch prehistórico esihistoriallinen prethistorijski preistorico 有史前の 선사시대의 prehistorisch forhistorisk prehistoryczny pré-histórico доисторический förhistorisk ก่อนประวัติศาสตร์ tarih öncesi tiền sử 史前的 επίθ α / θ / ουδ προϊστορικός, προϊστορική, προϊστορικό [proistori'kos, proistori'ci, proistori'ko] σχετικός με την προϊστορία préhistorique κατά την προϊστορική εποχή pendant la période préhistorique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|