| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.885.775 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πρωτοβουλία |
0,02 sec. |
|
|
πρωτοβουλία initiative initiative iniciativa مبادرة iniciativa initiativ Initiative iniciativa aloite inicijativa iniziativa イニシアチブ 개시 initiatief initiativ inicjatywa инициатива initiativ การริเริ่ม girişim sáng kiến 动议 инициатива יוזמה
ουσ θ πρωτοβουλία [protovu'lia] η ικανότητα να παίρνει κν αποφάσεις από μόνος του initiative παίρνω την πρωτοβουλία να prendre l'initiative de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|