| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.472.722 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρόβλεψη |
0,02 sec. |
|
πρόβλεψη outlook, prediction, forecast تنبؤ předpoveď prognose Vorhersage pronóstico ennuste prévision prognoza previsione 天気予報 예측 voorspelling prognose przewidywanie previsão прогноз prognostisera การพยากรณ์ tahmin dự báo 预测 ουσ θ πρόβλεψη ['provlepsi] 1 πρόγνωση prévision πρόβλεψη καιρού les prévisions météorologiques προβλέψεις για το μέλλον des prévisions pour l'avenir 2 πρόνοια prévention πρόβλεψη πυρκαγιάς la prévention d'incendie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|