| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.111.622 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρόθεση |
0,01 sec. |
|
πρόθεση intention, preposition, prosthetic, prothesis, intent intention, préposition, prothèse نية záměr hensigt Absicht intención aikomus namjera intenzione 意図 의도 bedoeling hensikt intencja intenção намерение avsikt ความตั้งใจ niyet ý định 用意 ουσ θ πρόθεση ['proθesi] 1 σκοπός objectif; but έχω καλέςκακές προθέσεις avoir de bonnes/de mauvaises intentions 2 άκλιτο μέρος του λόγου préposition Oι άκλιτες λέξεις «παρά», «από» κ.λπ. είναι προθέσεις. Les mots invariables «παρά», «από» etc. sont des prépositions. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|